η φαύστα

ΓΙΑΝΝΗΣ: Μα τούτο είναι άδικον, μονάκριβή μου κόρη, κι αλλοίμονον οι πλούσιοι εάν δεν δίδουν φόροι.

ΡΙΤΣΑΚΙ: Και όμως, σφάλλετε, μπαμπά. Μόνο πτωχός που δίνει

αισθάνεται μια άσβηστον χαρά διά να πλουτήνει. Κι αυτή η τάσις προς τα μπρος, η τάσις της ανόδου αποτελεί αλάνθαστον στοιχείον της προόδου.

Γνωρίζων πως ο πλούσιος αμέριμνος περνάει θα κάνει παν το δυνατόν κι αυτός για να πλουτάει.

Κι έτσι, με πλούσιους πολλούς, πτωχούς δε ελαχίστους περνούν οι άνθρωποι καλώς εις ώρας ευχαρίστους.

ΓΙΑΝΝΗΣ: Κόρη μας, σφάλλεις. Οι πτωχοί πρέπει να δίνουν φόρους μ’ ακόμα περισσότερους να βάζουν στους ευπόρους.

Μονάχα έτσι θα βρεθεί σωστή δικαιοσύνη κι ο πλούσιος και ο πτωχός ανάλογα σαν δίνει.

ΡΙΤΣΑΚΙ: Εάν αυτό εφαρμοσθεί, τα έθνη μαραζώνουν. Σβήνουν από προσώπου γης και σαν κεράκια λυώνουν.

ΓΙΑΝΝΗΣ: Γιατί;

ΡΙΤΣΑΚΙ: Διότι διαιωνίζεται το Κράτος αδικίας κι έχομεν πάλι πλούσιους και πτωχικάς οικίας.

Καθόσον κάθε πάμπτωχος ανόητον θα βρίσκει να κάνει υπεράνθρωπους αγών δια να πλουτίσκει.

«Διατί να γίνω πλούσιος;» θα σκέπτεται καθένας, «δια να πληρώνω εισφοράς εν γένει ηυξημένας; Αντί να γίνω πλούσιος να δίνω περισσότερα χίλιες φορές θεόφτωχος, που δίνω και λιγότερα».

Γι’ αυτό σας λέω, ο φτωχός τότε θα προοδεύει αν βλέπει πω τον πλούσιον το Κράτος τον βραβεύει.

Η μόνη σίγουρη οδός παραγωγής ευπόρων είν’ να τρελλάνουν τους φτωχούς με δυσβαστάκτων φόρων.

Διότι για να βγει ο φτωχός απ’ τον κλοιόν ετούτον θα προσπαθήσει σύντομα να αποκτήσει πλούτον.

Μποστ «Η Φαύστα και διάφορα διηγήματα». Εκδόσεις Μεταίχμιο.