σκέψεις

χαμένο παιδί

Για χρόνια ήταν πεπεισμένος ότι ανήκε κατά βάθος στους ανθρώπους δίχως ρίζες, ότι το χρήμα ήταν απλώς μια ευτυχής σύμπτωση, ότι θα μπορούσε ανά πάσα στιγμή να ξαναγυρίσει στη ζωή του πλάνητα, κουβαλώντας όλα του τα πράγματα σ’ ένα σακίδιο. Όμως ο χρόνος τον είχε καθηλώσει εκεί που βρισκόταν. Είχε γίνει ένας από εκείνους που ψάχνουν εναγώνια με το βλέμμα κάποιον αστυνομικό στη θέα και μόνο κάποιου ατημέλητου πένητα. Τώρα πια βρισκόταν από την άλλη πλευρά. Αν όχι, γιατί προσπάθησε να τους αγνοήσει; Γιατί να μην αποδεχτεί ότι υπερείχε και να τους κοιτάξει στα μάτια όπως θα έκανε παλιά, μοιράζοντας λίγα από τα μετρητά που του είχε αποφέρει εκείνη η ευτυχής σύμπτωση; Είχε παρκάρει το αυτοκίνητο και τώρα προχωρούσε στο χορταριασμένο μονοπάτι που οδηγούσε στο πορτάκι. Το πατσουλί τον είχε αναστατώσει. Ήταν το άρωμα ενός ονειροπαρμένου, αυτοκαταστροφικού κοριτσιού που είχε γνωρίσει στην Κανταχάρ, η μυρωδιά των χαοτικών κοινόβιων στο Δυτικός Λονδίνο, μιας υπαίθριας συναυλίας στη Μοντάνα. Είχε συγκλονιστεί από την κοινοτοπία του μη αναστρέψιμου χρόνου. Κάποτε είχε νιώσει πως δεν πατούσε στη γη. Κάποτε σκεφτόταν πως η ζωή του ήταν μια περιπέτεια χωρίς τέλος, κάποτε διαμοίραζε τα υπάρχοντά του, κάποτε διασκέδαζε όταν συνέβαινε το αναπάντεχο, κάποτε τον κατεύθυναν καλότυχες συμπτώσεις. Πότε είχαν σταματήσει όλα αυτά; Πότε, για παράδειγμα, είχε αρχίσει να πιστεύει ότι τα πράγματα που κατείχε ήταν πραγματικά δικά του, αναπαλλοτρίωτα δικά του; Δεν μπορούσε να θυμηθεί.

 

Ίαν ΜακΓιούαν “Χαμένο παιδί”, εκδόσεις Πατάκη

Leave a Reply

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *