του τσιτσάνη

Η 18η του Γενάρη είναι η μέρα του Τσιτσάνη. Αυτήν ήρθε το 1915, αυτήν έφυγε, το 1984. Την «κλείδωσε», είναι δική του, αφιερωμένη, να λέμε «σήμερα είναι του Αγίου Αθανασίου και του Τσιτσάνη». 32 χρόνια μετά, δεν ξέρω αν είναι ο κορυφαίος Έλληνας συνθέτης, σίγουρα είναι ο αγαπημένος μου. Δεν είμαι ειδική, δεν έχω μελετήσει το λαϊκό και το ρεμπέτικο τραγούδι, η γνώση μου προέρχεται απ’ τα βιώματα και τα ακούσματα της ζωής μου. Απλά, τώρα που έχω μεγαλώσει καταλαβαίνω ότι το soundtrack των πιο σημαντικών στιγμών μου, είχε τους ήχους και τους στίχους του Τσιτσάνη.

Ακόμα και μετά απ’ αυτή την ιστορία που διάβασα ένα καλοκαίρι και με σόκαρε:

«Στο μεταξύ, εκείνη την εποχή εμφανίστηκαν και τα πρώτα συμπτώματα καρκίνου στην Νίνου. Ο Τσιτσάνης της συμπαραστάθηκε και την πήγε στον γιατρό, ο οποίος της σύστησε θεραπεία στην Αμερική. Η Νίνου τότε ζήτησε από τον Τσιτσάνη να πάνε περιοδεία στην Αμερική και συγχρόνως να κάνει τη θεραπεία της, και όποια χειρουργική επέμβαση χρειαζόταν. Εκείνος ήταν εξ αρχής αρνητικός, αλλά έγινε ανένδοτος μόλις έμαθε ότι η γυναίκα του Ζωή ήταν έγκυος στο δεύτερο παιδί τους. Το 1954 πια και οι δυο τους, Νίνου και Τσιτσάνης, γνώριζαν ότι η κατάσταση δεν μπορούσε να συνεχιστεί άλλο.

Η ώρα του οριστικού τους χωρισμού πλησίαζε. Η Νίνου ετοιμαζόταν να φύγει στην Αμερική ενώ ο Τσιτσάνης τον Μάρτιο του 54 της έδωσε να πει ένα τραγούδι με ξεκάθαρα λόγια για το τέλος αυτής της τετράχρονης μεγαλειώδους σχέσης τους: «Τι σήμερα, τι αύριο, τι τώρα»*. Η Νίνου πήρε το τραγούδι, το έμαθε, κατάλαβε τι σήμαιναν τα λόγια και όταν έφτασε η ώρα της ηχογράφησης, δεν άντεξε να το τραγουδήσει. Σταμάτησε και έφυγε δακρυσμένη. Όλοι οι παρευρισκόμενοι στο στούντιο, μουσικοί, ηχολήπτες και παραγωγοί πάγωσαν. Δεν ακουγόταν μιλιά, η σιωπή είχε κυριεύσει τα πάντα. Όταν επέστρεψε η Νίνου ήταν φανερά κλαμένη αλλά και συνάμα πεισματωμένη. Έπρεπε πλέον να βρει κουράγιο να συνεχίσει μόνη της το Γολγοθά που, όπως αποδείχτηκε μόλις είχε αρχίσει για κείνη. Οι μουσικοί έπαιξαν την εισαγωγή κι η Νίνου είπε το τραγούδι μια και έξω χωρίς άλλη διακοπή. Η ερμηνεία που καταγράφηκε είναι συγκλονιστική. Το παράπονο και το προηγούμενο κλάμα της Νίνου, εάν παρατηρήσει κανείς με προσοχή, είναι καταγεγραμμένα.

*Οι αρχικοί στίχοι γράφτηκαν από τον Γεράσιμο Τσάκαλο κατόπιν παραγγελίας του Τσιτσάνη, ο οποίος στην συνέχεια τους διόρθωσε σε αρκετά σημεία. Τα στοιχεία που παραθέτω είναι από την θαυμάσια έρευνα για τον Τσιτσάνη που έκανε ο συγγραφέας, καθηγητής και φίλος του Τσιτσάνη Σώτος Αλεξίου, στο βιβλίο του «Ο ξακουστός Τσιτσάνης», εκδόσεις Κοχλίας 2003.»

Κάπως έτσι κατέβασα για λίγο τον Τσιτσάνη από το βάθρο του, έγινε για λίγο άνθρωπος με αδυναμίες, πάθη, ελαττώματα, έγινε ένας σαν κι εμάς. Θα μου πεις, πώς θα μπορούσε να μην είναι; Ποιος είναι αλάθητος;

Κάπως έτσι, το «τι σήμερα, τι αύριο, τι τώρα» έγινε ένα τραγούδι που δεν ξανάκουσα ποτέ με τον ίδιο τρόπο: μια ματζόρε μελωδία για το μινόρε μιας σχέσης.

Η αγάπη μου με τον Τσιτσάνη δεν άργησε να επανέλθει, γιατί ο Τσιτσάνης ανήκει σ’ εκείνη την κατηγορία των καλλιτεχνών που το έργο τους επισκιάζει και ξεπερνά τις αδυναμίες τους, θα ‘λεγα μάλιστα ότι «πατάει» πάνω σ’ αυτές για να αντλήσει έμπνευση. Γι ‘αυτό και σήμερα, που είναι «η μέρα του Τσιτσάνη» τον θυμάμαι και τον σιγοτραγουδώ, παρέα με την Σωτηρία, την Ιωάννα, την Μαρίκα…