το κέρασμα

Μια φορά κι ένα καιρό, μια παρέα από την Αθήνα, που έκανε τη βόλτα της στα βουνά και τα κοσμικά χωριά των Τρικάλων, ήτοι στο Περτούλι και την Ελάτη, αποφάσισε να κάτσει και να δοκιμάσει την τοπική παραδοσιακή κουζίνα σε μια από τις ταβέρνες της περιοχής. Και πράγματι, επέλεξε μια από τις πιο «γνωστές», απ’ αυτές που φιλοξενούνται στις στήλες των ταξιδιωτικών ή γαστρονομικών εντύπων ως «προτεινόμενες».

Τα τοπικά πιάτα κατέφτασαν στο τραπέζι, μεζέδες με περίτεχνα ονόματα και κάποια πιάτα από ασυνήθιστα κρέατα και κυνήγια διεκδίκησαν τις δάφνες τους, το κρασάκι και το τζάκι που φώτιζε την σάλα ζέσταινε και την ατμόσφαιρα και όλα ήταν συμπαθέστατα – στο κάτω κάτω, όλοι όταν είναι διακοπές είναι καλοπροαίρετοι και ευδιάθετοι…

Κι αφού όλα είναι καλά θα μου πεις, πού είναι ο δράκος; Γιατί, όπως κάθε ιστορία που σέβεται τον εαυτό της, και η δική μας κρύβει μια «ανατροπή». Αυτή λοιπόν, ήρθε στο τέλος του γεύματος… κερασμένη – στην κυριολεξία!

Κατέφτασε λοιπόν μια πιατέλα με δύο μπουκάλια – ένα διάφανου περιεχομένου και ένα κόκκινου – μαζί με μερικά σφηνοπότηρα. Πόσο ωραία χειρονομία, θα πεις, που είναι λοιπόν το πρόβλημα;

Το πρόβλημα ήταν στα… κεράσματα. Θα περίμενες ότι, όντας στα Τρίκαλα, στην καρδιά της Θεσσαλίας, όπου το τσίπουρο είναι το «εθνικό ποτό», θα είχες την τύχη να απολαύσεις μια τοπική γεύση και όχι… τσικουδιά από την Κρήτη – όπως έγραφε η ετικέτα!

Όταν έφτασε μάλιστα η ώρα να δούμε τι είναι το κόκκινο λικέρ, μιας και κανείς μας δεν μπορούσε να το προσδιορίσει από το άρωμά του, ο νεαρός σερβιτόρος που μας σέρβιρε δήλωσε άγνοια και έσπευσε να ρωτήσει το αφεντικό! Και φυσικά, δεν ήταν καν ένα λικέρ απ’ αυτά που λίγες ώρες πριν είχαμε δει στον γυναικείο συνεταιρισμό του χωριού.

Ξέρω, τώρα ήδη από μέσα σου λες ότι είμαι υπερβολική. Μπορεί, ενδεχομένως. Όμως, μετά από τόσα χρόνια εμπλοκής και στενής παρακολούθησης του ελληνικού τουρισμού, των πρωτοβουλιών που αναπτύσσονται για να αναπτυχθεί τουριστική συνείδηση στους επαγγελματίες, μετά από τόσες ιδέες και προτάσεις που έχουν πέσει στο τραπέζι – όχι με μεγαλεπήβολα σχέδια αλλά με μικρές πρακτικές κινήσεις – περιμένω πολλά περισσότερα. Ειδικά μάλιστα από ανθρώπους που ζουν μόνο από τον τουρισμό!

Πιστεύω δηλαδή, ότι αυτός που ζει και επιχειρεί σε μια τουριστική περιοχή – κι εφ’ όσον βέβαια «πουλάει» την παράδοση, γιατί αν η κουζίνα του π.χ. είναι ασιατική δεν το συζητάμε – οφείλει να υποστηρίζει τον τόπο του, να τον προωθεί, να τον αναδεικνύει στην παραμικρή λεπτομέρεια. Πώς γίνεται να είσαι στη Θεσσαλία και να βρίσκεις μπροστά σου την… Κρήτη;

Είναι αυτές οι μικρές λεπτομέρειες που κάνουν τη διαφορά. Αυτές που σε ξεχωρίζουν από τον σωρό και σε βάζουν στην καρδιά του επισκέπτη/ταξιδιώτη/πελάτη σου. Αυτές που θα σε κάνουν γνωστό από «στόμα σε στόμα» και θα σε κάνουν αξέχαστο, που θα σκαλίζουν τη μνήμη του πελάτη, τσιγκλώντας τον να επιστρέψει σε σένα. Είναι αυτές που σε βάζουν σε υψηλή θέση στα φόρα των ταξιδευτών και όχι στην πρώτη θέση των πληρωμένων καταχωρήσεων.

Την ώρα που μας ήρθε το κέρασμα στον «Χριστόφορο» στα Καλύβια τα θυμήθηκα όλα αυτά. Λιτό, παραδοσιακό και γευστικό: γλυκά του κουταλιού (κεράσι, κυδώνι, σταφύλι) με γιαουρτάκι και λικέρ μαστίχα. Κι αυτή τη γλύκα είπα να τη μοιραστώ μαζί σου. Ποια είναι η γνώμη σου;