η ακρίδα κι εγώ

Η παρακάτω ιστορία είναι καθ’ όλα αληθινή, εξομολογητική και κάποιοι μπορεί να την βρουν και χιουμοριστική. Για μένα πάλι που την έζησα, ήταν μια ιστορία – αποκάλυψη για τον εαυτό μου, που με εξέπληξε με τα ποσοστά ψυχραιμίας που επέδειξε την ώρα που διαδραματίστηκε η «στενή – επαφή – τρίτου – τύπου» με την έτερη πρωταγωνίστρια μας, που ναι, όπως ήδη κατάλαβες από τον τίτλο μου, είναι μια ακρίδα.

Θέλω, πριν αρχίσω να καταγράφω το περιστατικό, να διευκρινήσω ότι ανήκω σ’ εκείνη τη μεγάλη κατηγορία ανθρώπων που Ο απόλυτος εχθρός, η απόλυτη προσωποποίηση της αηδίας, της παράλυσης και της αποστροφής είναι η κατσαρίδα – και η πικρή αλήθεια είναι ότι οι πολλές ιστορίες που έχω με τις σιχαμένες σίγουρα θα σε έκαναν να γελάς και να κλαις ταυτόχρονα: είναι που θέλω να ξεχάσω και γι’ αυτό δεν γράφω. Η αμέσως επόμενη «φοβιστική» κατηγορία – αν και δεν έχει καμία σχέση με τις ύπουλες, πανέξυπνες, καστανοκόκκινες, φτερωτές ανατριχίλες – είναι οι ακρίδες, μ’ αυτό το αλλοπρόσαλλο σαλτάρισμά τους, που επειδή δεν μπορείς να προσδιορίσεις από πριν, απλά σε στέλνει να χοροπηδάς κι εσύ ταυτόχρονα και δη προς την αντίθετη κατεύθυνση. Αυτή η κατηγορία είναι σαφώς πιο ανώδυνη πλην όμως παραμένει ενοχλητική, αλλά μετά και την τελευταία μου εμπειρία, νομίζω ήρθε η ώρα να σου πω τον πόνο μου – στο τέλος τέλος, αν όχι εδώ, αν όχι σε σένα, τότε που;

Που λες, τον τελευταίο ενάμιση χρόνο, κυκλοφορώ με νέο look και εξοπλισμό, στολή παραλλαγής και προστασίας, που είναι απαραίτητη για να ακολουθώ επάξια τον σύντροφό μου, στα επί δικύκλων ταξίδια μας. Αν λοιπόν, με πετύχεις πουθενά κάπως έτσι, χαιρέτησέ με!

kranos

Είναι ένα ωραίο, ζεστό καλοκαιρινό πρωινό λοιπόν, που πάλι με το κράνος στην κεφάλα, ταξιδεύουμε προς σπίτι φιλικό, σε νησάκι κοντινό και είμαστε πλέον έτοιμοι να φτάσουμε στον προορισμό μας. Κάτι η ώρα, κάτι η ζέστη, κάτι τα λόγια του παπά, όπως διανύουμε τα τελευταία μέτρα της ανηφορίτσας που μας χωρίζει από την εξώπορτα, αποφασίζω – για να νιώσω και λίγο άνθρωπος – να ανασηκώσω το διάφανο πλαστικό προστατευτικό του κράνους μου. Και τότε… Πριν καλά καλά προλάβω να βγάλω κιχ, νιώθω μια σφαίρα να σκάει στο πρόσωπό μου και να προσγειώνεται στο πηγούνι μου, ακουμπώντας τα χείλια μου.

Παγώνω. Κοκκαλώνω. Από μπροστά τίποτα δεν έχει γίνει αντιληπτό: ο Η. μακάριος σβήνει τη μηχανή και περιμένει να κατέβω. Να κατέβω; Μα πως; Αφού έχω μείνει στήλη άλατος και ακόμα περισσότερο – γι’ αυτά τα ελάχιστα δευτερόλεπτα – έχω μείνει και… άλαλη! Γιατί καταλαβαίνω ότι ΟΝΤΩΣ κάτι είναι κάτι στην άκρη της γλώσσας μου… και τώρα είναι αλήθεια η ώρα ν’ αρχίσω να ουρλιάζω; Δεν νομίζω!

Η γκρίνια από μπροστά αρχίζει (τύπου «άντε κούκλα μου τι κάνεις»), εγώ απ’ την άλλη δεν λέω να μετακινηθώ ίντσα και ο χρόνος μοιάζει να κυλάει με εφιαλτικά αργό ρυθμό μέχρι… που η ακρίδα – σφαίρα πετάγεται προς τα έξω, χτυπάει στο μπροστινό κράνος και εξαφανίζεται!

Γι αυτό σου λέω ότι αυτή η στιγμή ήταν αποκάλυψη για μένα: Βρέθηκα σε – κυριολεκτική – απόσταση αναπνοής από τον εχθρό και δεν υστερίασα, δεν μας γκρεμοτσάκισα με χορευτικές φιγούρες από την μηχανή, δεν ξεκούφανα τον μπροστινό μου με τα ουρλιαχτά, δεν προκάλεσα τροχαίο ατύχημα. Και ναι, νιώθω περήφανη για τον εαυτό μου. Εντάξει, δεν κατάκτησα και το Έβερεστ, αλλά ένας κερδισμένος βαθμός ωριμότητας, αξίζει ένα ποστ και έναν πανηγυρισμό.

Με νιώθεις;

υ.γ. και φυσικά το μάθημα είναι ένα: «που πας με ανοιχτό κράνος;»

2 thoughts on “η ακρίδα κι εγώ

  1. Aπολυτα δικιολογημενη η αηδια για τις κατσαριδες αλλα οχι για ακριδες που ειναι απολυτα καθαρα –παρηγορησου–ζωντανα του αγρου αλλα το συμπερασμα ειναι οτι καποιοι τυχεροι αργουν να ωριμασουν αλλα τελικα ωριμαζουν.

    1. Μα ναι Κώστα, δεν προσάπτω τίποτα τέτοιο στις ακρίδες! Απλά, με τρόμαζαν ανέκαθεν λόγω όψης και κυρίως, γιατί δεν μπορούσα ποτέ να προβλέψω πώς θα κινηθούν ώστε να μην διασταυρωθούμε 🙂